ἁρπαλέος

ἁρπαλέος
Grammatical information: adj.
Meaning: `devouring, greed; attractive, alluring' (Od.)
Derivatives: Denom. ἁρπαλίζω `be eager to receive; exact greedily' (A.), ἁρπαλίζομαι ἀσμένως δέχομαι H.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Dissimilation of ἀλπαλέος, to ἄλπνιστος (s. v.). The original form in Hesychius ἀλπαλαῖον (leg. -έον) ἀγαπητόν. Secondary connection with ἁρπάζω explains the spiritus asper and the development of the meaning. Debrunner GGA 1910, 14, Wackernagel KZ 43, 377f.
Page in Frisk: 1,149

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αρπαλέος — ἁρπαλέος, α, ον (Α) 1. ο άπληστος 2. ο γοητευτικός ή ελκυστικός 3. επίρρ. ( έως) α) άπληστα, βιαστικά β) πρόθυμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλπαλέος «αγαπητός» (Ησύχ.), με ανομοίωση < ρίζα αλπ παρεκτεταμένη με αλ (πρβλ. άλπνιστος, έπαλπνος). Η δασύτητα… …   Dictionary of Greek

  • ἁρπαλέος — devouring masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπαλέα — ἁρπαλέος devouring neut nom/voc/acc pl ἁρπαλέᾱ , ἁρπαλέος devouring fem nom/voc/acc dual ἁρπαλέᾱ , ἁρπαλέος devouring fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπαλέον — ἁρπαλέος devouring masc acc sg ἁρπαλέος devouring neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπαλέων — ἁρπαλέος devouring fem gen pl ἁρπαλέος devouring masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπαλέως — ἁρπαλέος devouring adverbial ἁρπαλέος devouring masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπαλέαις — ἁρπαλέος devouring fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπαλέη — ἁρπαλέος devouring fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπαλέην — ἁρπαλέος devouring fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπαλέης — ἁρπαλέος devouring fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπαλέοιο — ἁρπαλέος devouring masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.